Ç Öùöþ Þôáí ðüñíç ôï 1935 óôç Äñáðåôóþíá êáé ç óõíÝíôåõîÞ ôçò áðü ôï Ýíáí ÃÜëëï ôáîéäéþôç

Βασßλης Φουρτοýνης

ΤετÜρτη 3 Äåêåìâñßïõ 2014

http://www.fourtounis.gr/Τη συνÝντευξη πÞρε Ýνας ΓÜλλος ταξιδιþτης το 1935 απü μια πüρνη της περιβüητης συνοικßας Βοýρλα της Δραπετσþνας. Η συνÝντευξη δημοσιεýτηκε στο γαλλικü περιοδικü “VOILA” και φυσικÜ μεταφρÜστηκε και αναδημοσιεýτηκε και στον ελληνικü Τýπο:
«Τα Βοýρλα, ο ευαγÞς οßκος της Δραπετσþνας, εßναι χωρισμÝνα εις τρßα τμÞματα. Οι κÜμαρες των κοριτσιþν εßναι üλες üμοιες, üπως και τα  σαλüνια. ¼ταν Ýφθασα εßδα τις γυναßκες καθισμÝνες κοντÜ στον τοßχο, να περιμÝνουν να τις καλÝσει κÜποιος πελÜτης, Üλλες κουβÝντιαζαν μεταξý των Þ Ýριχναν χαρτιÜ, καπνßζοντας το τσιγÜρο τους.. ¼λες κακοβαμμÝνες, βαριÝς, μουτρωμÝνες, üλες χασμοýριονται απü κοýραση και πλÞξη.
Μια απü αυτÝς, η Φωφþ, κÜθισε κοντÜ μου και μου Ýδωσε το χÝρι της. Μιλοýσε λßγα γαλλικÜ και μποροýσαμε να συνεννοηθοýμε. Παρ’ üλο üτι Þταν νÝα ακüμη, η πικρßα διαγρÜφονταν καθαρÜ στο βλÝμμα της και τα χαρακτηριστικÜ της Ýδειχναν τÝτοια εξαθλßωση ποý μου Ýκαμε εντýπωση.
-ΠÜρε Ýνα λουκοýμι, Φωφþ.
-Μ’ αρÝσεις, μου εßπε. Και τα λουκοýμια μου αρÝσουν πολý.
-ΘÝλεις κι’ Üλλο;
-Ναι.
Η Φωφþ με κοιτοýσε καχýποπτα. Δεν προσπÜθησε üμως να κρýψει το συναßσθημÜ της.
-Πüσον καιρü εßσαι εδþ; Την ρþτησα.
Δεν μου απÞντησε. Της φÜνηκε περßεργο που ενδιαφερüμουν γι’ αυτÞν.
-¸ρχεσαι απü πÝρα; Πþς Ýφθασες εδþ;
-Να. Οι ναýτες μιλοýσαν πÜντοτε μπροστÜ μου για τα Βοýρλα. Τους Ýβλεπα με τι χαρÜ Üφηναν το καρÜβι για να Ýρθουν εδþ να διασκεδÜσουν. Εγþ ζοýσα μÝσα σε καρÜβι απü μικρü κοριτσÜκι. ΚÜποιος καπετÜνιος με εßχε κλÝψει και με πÞρε μαζß του ως που να μεγαλþσω. Κοιμüμαστε στο ßδιο κρεβÜτι. Με Ýδερνε, με Ýβανε να δουλεýω στο καρÜβι, üπως και οι Üντρες.
-Και Ýμεινες καιρü με τον καπετÜνιο;
-ΔÝκα χρüνια. Πηγαßναμε παντοý. Στην Αγγλßα, στη Μαýρη ΘÜλασσα. ΑλλÜ δεν με Üφηνε να βγω Ýξω. ¼ταν το καρÜβι εσκÜλωνε αυτüς με Ýκλεινε στην καμπßνα του. ΚÜποτε üμως στην Αßγυπτο του Ýφυγα. 
-Χωρßς διαβατÞριο;
-Χωρßς. ¼ταν η αστυνομßα με ανεκÜλυψε, με Ýστειλε στο σπßτι μου στη Ρουμανßα. Η μητÝρα μου Þθελε να με κρατÞσει, αλλÜ εγþ της Ýφυγα.
-Εδþ εßσαι καλÜ;
-Ναι. Θα μποροýσα να βρω δουλειÜ, αλλÜ μοý αρÝσει περισσüτερο στα Βοýρλα. Και Ýπειτα Ýρχονται πολλοß πελÜτες.
Ενþ μιλοýσαμε, κÜποιος ναýτης εßχε καθßσει κοντÜ μας και δεν εßχε σηκþσει τα μÜτια του απü τη Φωφþ. ¹ταν ωραßο παιδß. Θα επερßμενε βÝβαια να τελειþσουμε για να την πÜρει. Η Φωφþ üμως δεν του Ýδινε προσοχÞ.
Της επρüτεινα να περÜσει το βρÜδυ μαζß μου. Δεν μου απÞντησε, αλλÜ Ýτρεξε να βρει τις φιλενÜδες της. Δεν Üργησε να γυρßσει. Στο χÝρι της κρατοýσε το παλτü που της εßχε δþσει μια φßλη της.
ΠÞραμε Ýνα ταξß. Η Φωφþ κοιτοýσε περßεργα απü το τζÜμι και προσπαθοýσε να προσανατüλισε στους δρüμους του Πειραιþς. Δεν μιλοýσε. Φαινüταν σαν να μη μου εßχε εμπιστοσýνη. ΘÝλησα να της πιÜσω το χÝρι, αλλÜ αυτÞ το τρÜβηξε. Η θÝα του λιμανιοý, της αποβÜθρας, της φορτωμÝνης σακιÜ και κασÝλες, την Ýκανε μελαγχολικÞ. Και üμως η μÝρα Þταν θαυμÜσια. ¹ταν μßα απü τις μÝρες εκεßνες που δßνουν στην ΕλλÜδα μεγαλýτερη γοητεßα απü üτι της δßνουν τα κλασσικÜ μνημεßα της.
-Που θα πÜμε, με ρþτησε σε μια στιγμÞ.
ΔιÝταξα τον σοφÝρ να σταματÞσει. ¶νοιξα την πüρτα και κατεβÞκαμε κοντÜ στο ρολüι. Τα σιδερÝνια τραπεζÜκια του καφενεßου Þταν πιασμÝνα üλα απü ναýτες και μερικοýς σοβαροýς εμπüρους που κÜπνιζαν με μακαριüτητα το ναργιλÝ τους. ¼λοι εγýρισαν να μας κοιτÜξουν. Η Φωφþ δεν διÝφερε απü τας Üλλας συναδÝλφους της. Το κακü της βÜψιμο, το üλον της μαρτυροýσαν καθαρÜ το επÜγγελμÜ της.
Δεν Þθελε να πÜρει τßποτε στο καφενεßο. Μου ζÞτησε μüνον σοκολατÜκια, καραμÝλες, Ýπειτα μýγδαλα και φιστßκια, και στο τÝλος της αγüρασα απü το διπλανü ζαχαροπλαστεßο πÜστες σοý και μπαμπÜδες για να τα πÜει στις φßλες της. Με το πακÝτο στο χÝρι, η μικρÞ βγÞκε ενθουσιασμÝνη απü το ζαχαροπλαστεßο. Μüλις εφθÜσαμε στο καφενεßο η πρþτη της δουλειÜ Þταν να ανοßξει το πακÝτο και να μου προσφÝρει γλυκÜ.
Της επρüτεινα να πÜμε σε μια ταβÝρνα, αλλÜ αυτÞ με διÝκοψε.
-Δεν πÜμε στο σινεμÜ;
-ΜπρÜβο.
-Ωραßα. ΕμÝνα μου αρÝσουν πολý οι ερωτικÝς ταινßες.
Δεν της Üρεσαν μüνο οι ερωτικÝς ταινßες, αλλÜ και τα γλυκÜ, γιατß üλο το περιεχüμενο του πακÝτου χÜθηκε σε μια στιγμÞ.
-ΠÜμε πρþτα να πιοýμε κÜτι.
-¶, δεν θα πιþ. Δεν θÝλω να γυρßσω μεθυσμÝνη.
Εßχε πÜντοτε το φοβισμÝνο της ýφος.
-Μα πες μου Φωφþ, την ηρþτησα, ποιος Þταν ο πρþτος σου πελÜτης;
-Ποý να ξÝρω;
-Μα φαντÜζομαι πþς ξÝρεις.
-¼χι, üχι, δεν ξÝρω.
ΣÜρωσε τα φρýδια της. 
-Δεν θÝλεις να μου πεις;
-Γιατß με ρωτÜς; Φþναξε φουρκισμÝνη. Δεν Þταν ευχÜριστο. Και πρþτα-πρþτα δεν Þξερε üτι Þμουν παρθÝνα.
-ΚαλÜ, αλλÜ τι Üνθρωπος Þταν; Ναýτης; ΦαντÜρος;
Η Φωφþ κατÝβασε τα μÜτια της και φÜνηκε συλλογισμÝνη.
-ΧαμÜλης, μου εßπε στο τÝλος. Τον βαριüμουν. Μου Ýλεγε κÜτι ανüητες κουβÝντες. Εßχε χÜσει μια κüρη που θα εßχε τþρα την ηλικßα μου. Εγþ τον φοβÞθηκα.
-Και δεν κατÜλαβε τßποτε;
-Τßποτε.
Δεν ηθÝλησα να την ρωτÞσω αν συνÝβη το ßδιο και μ’ αυτÞν. Η Φωφþ κατÜλαβε την σκÝψη μου, και σηκþνοντας το κεφÜλι της μου χαμογÝλασε λυπημÝνη.»