: :

28 2011

Περιγραφ: C:\Users\Βασλης\AppData\Local\Microsoft\Windows\Temporary Internet Files\Content.Outlook\W6VHR080\IMG_2319.JPGΗ Ελνη Σιδηροπολου εναι απφοιτος του Παιδαγωγικο Τμματος Δημοτικς Εκπαδευσης Αθηνν και εργζεται ως δασκλα σε δημσιο δημοτικ σχολεο.

Το Μιο του 2011 λαβε τιμητικ δικριση στον παγκσμιο διαγωνισμ της Διασπορικς Λογοτεχνικς Στος για το σντομο διγημα «Ταξδι στο πρσινο και το μαρο»,  το οποο δημοσιετηκε σε ανθολογα στις 12/9/2011 στην ιστοσελδα: www.diasporic.org/magazine. Αν θλετε να κατεβσετε ολκληρο το περιοδικ πατστε ΕΔΩ.

Εμες απ τη μερι μας εκενο που θλουμε εναι να πομε να πολ μεγλο ΜΠΡΑΒΟ στην Ελνη, να της ευχηθομε και λλες διακρσεις στο μλλον και να σας καλσουμε να απολασετε το βραβευμνο διγημ της.

 

 

 Ταξδι στο πρσινο και το μαρο

Ελνη Σιδηροπολου

γραφε. λη τη μρα γραφε. Λξη δεν τολμοσε να ζυγσει λξη. Κι στερα τα σβηνε. Δεν υπρχε χρος τρα για τποτα αξιλογο στα γρμματ του. τσι κρινε. Η σκψη του ταν φουσκωμνη με καπν και κρβουνο. ταν χωμνος βαθι στο θυμ του. Λυσσασμνος για τα γεγοντα της προηγομενης νχτας. Δεν θελε να ξρει. Δεν θελε να χει συμβε. Στριφογριζε στις αναμνσεις του. Πς να σκεπσει τις εικνες των παιδικν του χρνων με μαρο απ κδρους και οξις;

Εχε γεννηθε μσα στη δροσι του Ολμπου στο Λιτχωρο, την « πλη των θεκν κατοικιν», πως το λεγε ο παππος του. Ανβαιναν συχν στο βουν ταν ταν μικρς. Γαντζνονταν απ την ομορφι του τοπου και παρατηροσαν τα φυτ. Ο παππος του πλευε να του εξηγε: να ο μλιος, το πουρνρι, το χρυσξυλο και πιο ψηλ τα λατα. Καμι φορ τχαινε να συναντον ζωντανς ζωγραφις ζων, πως το ζαρκδι και ο σκουρος, εν ψηλ πετοσαν περφανα Σταυραετο, Κοκκινολαμηδες πιο σπνια κποιο Δενδρογρακο.

Η διαδρομ εχε χαραχθε ανεξτηλη στην καρδι του. παιρναν το Ευρωπακ Μονοπτι Ε4 που κινεται δυτικ απ το Λιτχωρο προς τις κορυφς, μσα απ το φαργγι του Ενιπα. λα του φανονταν αληθιν υπροχα και η ματι του ξφευγε πο και πο προς τον ουραν. Απ τα χελη του κρεμταν ζεστ να μεγλο «Ευχαριστ!».

Στον πνο του οι ρζες των δντρων τον συντρφευαν και τον αγκλιαζαν σαν να ταν παιδ τους. Τα χρματα των αγριολολουδων, τα μοβ, τα λευκ, τα κτρινα, τα κκκινα, τα πορτοκαλ, βαφαν τις σκψεις του σε κθε του μρα.  Με ανεπανληπτη φυσικ ομορφι, ο λυμπος μοιαζε να εχε μαγψει τους δδεκα Θεος που τον επλεξαν για κατοικα τους. Αυτ σκεφτταν.

 Ακμα κρατοσε στη χοφτα του το χμα απ το χωρι του. Εχε πντα μσα του αυτ τη ανεπανληπτη ασθηση. Οι μυρωδις των λουλουδιν κυριαρχοσαν βαρις στη μνμη του. Μοσχοβολοσαν σε κθε του ανσα. Ποτμια με λβα κυλοσαν στην ψυχ του οι θμισες των βρχων με τις λαχαν κηλδες τους και το απαλ ψιθρισμα του αγρα.

Το δσος! Α, ναι. Το δσος του! Πστευε πως τα εχε λα στη ζω του. νιωθε πλρης. ταν τρελ ευτυχισμνος με τα λγα. Πρωταγωνιστοσε στο πιο καλογραμμνο σενριο. γγιζε το τλειο νειρο. να σπτι φτωχικ, χαμογελαστ, βυθισμνο μσα στο ευλογημνο πρσινο της Ελλδας του. Με το ξπνημα ο λιος τον χαιρετοσε γλυκ στη ντια κρη της μακεδονικς γης. Τα σννεφα το γνεφαν χαρομενα στο δρμο για το σχολεο.

Στο βιβλο του χρνου ο μθος συναντιταν με την ιστορα. Το πρσινο με το ουρνιο γαλζιο. Ο νθρωπος με τα Θεα. Τι λλο να ζητοσε κανες απ τη ζω του; Δεν εχε σκεφτε να φγει απ εκενη τη στιγμ, να ζσει κτι λλο, αλλο. Η μεγαλτερη επιθυμα του ταν να μενει στο κατφυτο χωρι του και να γερσει αγναντεοντας τη θα απ το παρθυρ του. Τα πδια του αδνατα, αλλ γερ, εχαν πια ριζσει στην αυλ του και στα δσβατα μονοπτια και τα χρια του γμιζαν με πταλα, πευκοβελνες, ζουμπολια, τσουκνδες και μολχες- ως αντδοτο. Πς να τα ξεχσει; ταν η προκα που τον συντρφευε παντο απ πντα. Ττοια απραντη αγπη φλιαζε μοναδικ μες στην καρδι του. Μα δεν αναγνριζε μνο εκενος την αξα του γεωγραφικο του θρνου.

Το 1981 η UNESCO ανακρυξε τον λυμπο «Διατηρητο Οικοσστημα της Παγκσμιας Βισφαιρας». Ττε –μαθητς Λυκεου ακμα- γραψε και το πρτο του ρθρο για τις ζνες βλστησης του Ολμπου στην τοπικ εφημερδα. Του εχαν δσει πολλ συγχαρητρια. Το Πσχα εκενης της χρονις ανβηκε με τους παλιος του φλους πλι στο βουν. λα μοιαζαν απαρλλαχτα. Ακμα και η ευτυχα αναδυταν αεικνητη στον αρα απ τη μαρη πεκη και το ρμπολο. Πρτη φορ μενε σε καταφγιο. Να μια καινορια εικνα στα μτια του. Ανεξντλητες οι οσεις γαλνης της ιδιατερης πατρδας του.

Τρα τρεμε ολκληρος. Σαν να μην εχε παρελθν οτε παρν οτε μλλον. Σκιαζταν με το παραμικρ. Πς να ζσει νθρωπος με ττοιο φορτο στους μους; Ποιος μπρεσε να κψει τα νειρα που διατηροσαν την υπστασ του στον κσμο; Με τι να τα αντικαθιστοσε; Δεν υπρχε τποτα. Τποτα…

μεινε εκε ασλευτος. Παγωμνος. Λες και εχε φτσει το τλος του κσμου. Το τλος του κσμου του. μπηγε τα νχια του μανιασμνος στο κεφλι του σαν να μην μποροσε να βγλει απ μσα εκε το στοιχει που τον βασνιζε. Αρνιταν να κλεσει τα μτια, να αναλογιστε το παρν.

Ξαφνικ, η πρτα του γραφεου του νοιξε απτομα. Μα τι;;; Δεν θα ντεχε λλα σχημα να. Τι να γινε; Αντκρισε βουρκωμνη την αδερφ του που τρεξε και τον σφιξε στην αγκαλι της τσακισμνη. Δολευαν στο διο γραφεο. Εκενος σστισε. Τα δκρυ της τρεχαν καυτ στο μπρτσο του. Εχαν μοιραστε τις εικνες του Ολμπου ως παιδι στο Λιτχωρο. Καταλβαινε τι τα αισθματ τους ταν τα δια. Κτι ψλλιζε μσα στο σπαραγμ… Τα λγια της δεν φταναν στα αυτι του.

«σβησε… Τα κατφεραν. Πριν φτσει ψηλ στο χωρι… Την σβησαν… Πει…», επε και τα χρια της σκπασαν το βαλαντωμνο πρσωπ της. τρεξε να πλυθε.

Οι γροθις του βρκαν δυο τρεις τον τοχο. Τσα χιλιμετρα μακρι κντευε να χσει τα λογικ του. Τα δκρυα που πλευαν να παγσουν στο βλμμα του απ το πρω, τρα του γρατζουνοσαν απαλ το πρσωπο με ορμ. Επιτλους, νιωσε ανακοφιση. νοιξε το κουτ της ψυχς του και τακτοποησε με δος και σεβασμ τα παιδικ του βιματα. Δεν χρειστηκε να τα σκεπσει το φλεγμενο μαρο ππλο. Τα κοταξε στοργικ για λγο, τους χαμογλασε αδρ και φοβισμνα και τα επστρεψε στη βασιλικ θση του μυαλο του.

Εχε να γρψει και το ρθρο του. Η εφημερδα τυπωνταν σε λγες ρες. Τι να γραφε τρα; Η αγωνα του ξεχελισε κι πνιξε την πλη απψε. Νχτωνε. Τα δχτυλ του ταν πικραμνα. Κθε πτημα του πληκτρολογου δενταν με πνο. Ο πιο ακριβς του πνακας λαμπε θαμπ με στχτες και με πρσινο. να κομμτι του εχε πληγωθε. Πς να σωθε η αγπη για τα αληθιν σε τσο δσκολους καιρος; ταν ο νθρωπος γλιστρει στο συμφρον και βουλιζει στο εφμερο;

Ο Θες με τα μεγλα Του μτια δακρζει μαζ του. ρχισε να βρχει. Κθε σταγνα νας καθρφτης. Να μια χαρουπι, μια δφνη, μια αγριοκερασι, μια φτελι, ιτις και πλατνια… Αγαπημνα λα, στολισμνα με μελνιο ρωμα μοσχοβολον στο σμπαν. Πς αλλις να νισει να παιδ που γεννθηκε σκαρφαλωμνο στα βουν;

Τα χρια του σκρωσαν τις πρτες λξεις. Αναρθμητα λγια τρα ξεβρζονταν απ το κεφλι του. Για τη ζω. Για τη φση. Η γραφ του γργορη. Νοματα γλυκ και ρεμα για την ομορφι του κσμου που μαρτυροσε η καρδι του αμετανητη. Μα ελπδα φτιζε τρα το βλμμα του. Η ελπδα της προστασας του μλλοντος. θελε ν αφεθε στη σκψη ενς καλτερου αριο, ενς καλτερου κσμου. Εκε που τα πουλι και τα ζα και τα φυτ λης της γης θα ταν ελεθερα και ασφαλ.

Λαχταροσε να στελει αυτ το μνυμα παντο. Τρα η φωτι εχε απλωθε πνω στα πλκτρα του υπολογιστ του. Κανες δεν μποροσε να τον σταματσει. Οτε ο εαυτς του. «Ο καθνας μας μπορε να υιοθετσει να δεντρκι, να ζωκι», πλεαν οι σκψεις μες στο νειρ του. Και ττε, οι αριθμο στο σημειωματριο του πλαντη μας θα αναστανονταν και η ζυγαρι θα φερνε δικαωση.

Τελεωσε. Εναι τοιμο. Και το τλος ταν βουτηγμνο σε υπροχο φυσικ φντο. Στο πλασιο που εκενος θελε να περιφρξει την δια του την παρξη σε αρμονα με τη γινη πραγματικτητα και λα τα μβια και βια ντα.

ξω σταμτησε να βρχει. Μπρα ταν. Τα σννεφα σαν να αραωσαν. Η φων του βγαινε δυνατ διαβζοντας τις τελευταες προτσεις του ορματς του:

«Τα δση μας παρχουν οξυγνο στο σμα μας, αλλ πνω απ λα θρφουν την ψυχ μας. Μας χαρζουν κθε μας ανσα. Γαλουχον ευτυχισμνα πλσματα. Τι πολυτιμτερο υπρχει; Τα πρσινα ζωνταν διαμντια του πλαντη μας εναι ο μεγαλτερος θησαυρς μας. Και το μνο που τους αξζει εναι αγπη».

ποψη του Λιτοχρου πιο πνω απ το Δον και στις παρυφς του Ολμπου.