«Τηλεσκουπίδια» ή προϊόντα ελεύθερης αγοράς;

Γιάννης Ν. Κουμέντος

Dr Παιδαγωγικής

Διευθυντής 12ου Δημ.Σχ. Ν. Σμύρνης

Πέμπτη, 09 Απριλίου 2009

 

Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή μια σειρά ειδησεογραφικών και τηλεοπτικών σειρών, έχουν αναπτυχθεί προβληματισμοί και αντιπαραθέσεις για τα όρια και την ποιότητα των τηλεοπτικών εκπομπών στη Ελλάδα. Η ελαστικότητα των ορίων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, η υποβαθμισμένη ποιότητα και η ακαταλληλότητα τηλεοπτικών σειρών, έχουν δημιουργήσει ένα έντονο ρεύμα κριτικής και πιέσεων για την αναγκαιότητα περιορισμού των λεγόμενων «τηλεσκουπιδίων».

Για τον τρόπο αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος υπάρχουν δύο τουλάχιστο διαφορετικές προσεγγίσεις. Η μία υποστηρίζει ότι σε μια σύγχρονη, παγκοσμιοποιημένη κοινωνία δεν μπορεί να υπάρχουν ραδιοτηλεοπτικές απαγορεύσεις, ενώ η άλλη υποστηρίζει πως δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτα τα ΜΜΕ, πως πρέπει να υπάρχουν και περιορισμοί και απαγορεύσεις.

Βεβαίως εάν τα θέματα αυτά τίθενται σήμερα στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο της Ελλάδας, δεν σημαίνει ότι δεν έχουν απασχολήσει και δεν εξακολουθούν ν' απασχολούν και τις άλλες χώρες του Δυτικού κόσμου.

Η προσέγγιση στο θέμα είναι καθαρά ιδεολογική και η υποστήριξη της μιας ή της άλλης άποψης υποκρύπτει: το εάν είναι κανείς οπαδός της ελεύθερης αγοράς και του όλου πολιτισμικού υπεροικοδομήματος ή υποστηρικτής του κοινωνικού ελέγχου, δηλαδή της επιβολής κανόνων επί της αγοράς, τους οποίους η πολιτεία αποφασίζει.

Πριν προχωρήσουμε όμως στο θέμα ελέγχου ή μη των ΜΜΕ, θα πρέπει να παρουσιάσουμε κάποιες γενικές παραδοχές που αφορούν τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων μέσων.

  • Τα σύγχρονα ΜΜΕ είναι «γέννημα» της σύγχρονης τεχνολογίας. Η πρόοδος της τεχνολογίας έχει μετατοπίσει την επικοινωνία από τον κόσμο της κοινωνίας προς τον κόσμο της τεχνολογίας. Μ' αυτό τον τρόπο η επικοινωνία έχει κερδίσει σε πλάτος, αλλά έχει χάσει σε βάθος.(V. Hanssens).
  • Τα ΜΜΕ αποτελούν κορυφαίο θεσμό της σύγχρονης παγκοσμιοποημένης, καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας, τα οποία λειτουργούν πάνω από εθνικούς - κρατικούς περιορισμούς και με γνώμονα το δικό τους συμφέρον. Τα ΜΜΕ είναι επιχειρήσεις που λειτουργούν με τους κανόνες της αγοράς, ενδιαφέρονται για την ακροαματικότητα δηλαδή τα έσοδα από τις διαφημίσεις και για το λόγο αυτό είναι ανταγωνιστικά. Η παράμετρος αυτή επηρεάζει το περιεχόμενο της λειτουργίας τους.
  • Τα ΜΜΕ ενώ δημιουργήθηκαν για να ελέγχουν την εξουσία, έχουν μετατραπεί σε διαμεσολαβητές μεταξύ εξουσίας και κοινής γνώμης και συνεργάζονται για τη διαμόρφωση της πολιτικής πραγματικότητας. Τα ΜΜΕ αποτελούν έναν από τους ισχυρότερους ιδεολογικούς μηχανισμούς και η διαπλοκή τους με την πολιτική εξουσία είναι συνυφασμένη με το ρόλο τους (L. Althusser).
  • Τα ΜΜΕ παράγουν πολιτιστικά προϊόντα. Στη σύγχρονη κοινωνία το πολιτιστικό προϊόν παράγεται βιομηχανικά - μαζικά, είναι τυποποιημένο και κατάλληλο για κατανάλωση από μια ομογενοποιημένη κοινωνική αισθητική φόρμα. Τα ΜΜΕ προωθούν και διαχέουν τα μαζικά πολιτιστικά προϊόντα και αξίες με άμεσο αλλά και έμμεσο τρόπο. (Marcuse - Adorno - Horkheiner).

Είναι λοιπόν φανερό ότι μέσα σ' αυτά τα πλαίσια κινούνται, δρουν και λειτουργούν και στην Ελλάδα, τα ΜΜΕ και ειδικότερα η τηλεόραση.

Αυτή η παραδοχή σε γενικές γραμμές είναι εύκολο να συμφωνηθεί. Οι διαφωνίες όμως προκύπτουν στον καθορισμό των ορίων ελέγχου και περιορισμού ή αυτοπεριορισμού τους.

Για τους υποστηρικτές της μη ύπαρξης περιορισμών και του δικαιώματος της απόλυτης ελεύθερης έκφρασης των ΜΜΕ, υπάρχουν τα ακόλουθα επιχειρήματα:

  • Στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη εποχή δεν μπορεί να υπάρχουν περιορισμοί και λογοκρισία.
  • Η παρέμβαση κάποιων καπιταλιστικών μηχανισμών (π.χ. ΕΣΡ) περιορίζουν τις ατομικές ελευθερίες.
  • Ο τηλεθεατής είναι ισχυρός, επειδή διαθέτει το τηλεκοντρόλ και επηρεάζει τα «μηχανάκια» ακροαματικότητας.
  • Με βάση τις τηλεμετρήσεις οι παραγωγοί δίνουν στο τηλεοπτικό κοινό αυτό το οποίο ζητά.

Τα προαναφερόμενα επιχειρήματα έχουν μια λογικοφανή αιτιολόγηση η οποία όμως δεν είναι ειλικρινής και βεβαίως είναι προκλητικά αφαιρετική.

Κατ' αρχή σ' όλες τις εποχές, όλες οι κοινωνικές μορφές οργάνωσης είχαν καθορίσει πλαίσια και όρια.

Και σήμερα υπάρχουν νομικοί, ηθικοί και δεοντολογικοί περιορισμοί των λεγόμενων ατομικών ελευθεριών, μέχρι δηλαδή του σημείου να μη θίγονται τα κοινωνικά δικαιώματα και το καλό του συνόλου.

Είναι απαίτηση της κοινωνίας και χρέος της πολιτείας για παράδειγμα ν' απαγορεύει την αιμομιξία, την παιδεραστία, να προστατεύει τους ανηλίκους, τους καταναλωτές, το οικογενειακό άσυλο κ.ο.κ.

Άρα λοιπόν οι ατομικές ελευθερίες δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για ενέργειες που θίγουν κοινωνικά δικαιώματα και ελευθερίες και προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

 

 

 

 Ο κοινωνικός έλεγχος βασική αρχή της Δημοκρατίας

 

Ο Ακαδημαϊκός Κ. Δεσποτόπουλος υποστηρίζει για το προαναφερόμενο θέμα «Αβάσιμο και άθλιο το ιδεολόγημα ότι αποτελεί ατομική ελευθερία του καλλιτέχνη και του δημοσιογράφου να εκφράζεται δίχως κανένα περιορισμό στη ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή. Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο δεν είναι ατομική ιδιοκτησία κανενός ώστε η χρήση των εκφραστικών τους δυνατοτήτων ν' αποτελεί άσκηση ατομικής ελευθερίας. Τηλεόραση και ραδιόφωνο είναι κοινωνικά μέσα προβολής μηνυμάτων, δηλαδή με προέλευση από την κοινωνία και με προορισμό την κοινωνία. Η χρήση άρα των εκφραστικών τους δυνατοτήτων αποτελεί άσκηση όχι ατομικής αλλά κοινωνικής ελευθερίας. Και η κοινωνική ελευθερία δεν έχει τον σχεδόν απόλυτο χαρακτήρα της ατομικής ελευθερίας, αλλά είναι καθορίσιμη στο περιεχόμενό της με κριτήριο τις ανάγκες της κοινωνίας.»

Και βεβαίως η κοινωνία προστατεύεται από τη συντεταγμένη πολιτεία και τα όργανά της τα οποία οφείλουν, όχι να παρακολουθούν ως ουδέτεροι θεατές, αλλά να παρεμβαίνουν προς όφελός της.

«Χρειαζόμαστε την ελευθερία» έγραφε ο Karl Popper, «για να εμποδίσουμε το Κράτος να καταχράται τη δύναμη του, και χρειαζόμαστε το Κράτος για να εμποδίζει την ελευθερία σε καταχρήσεις. Η αγάπη μας για την ελευθερία δεν πρέπει να μας οδηγεί στο να παραμελούμε τα προβλήματα που έχουν σχέση με την κατάχρηση της ελευθερίας». Και συνεχίζει «δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία αν δεν υποβάλουμε την τηλεόραση σε κάποιο έλεγχο ή πιο συγκεκριμένα, η δημοκρατία δεν θα μπορεί να υπάρχει αν η εξουσία της τηλεόρασης δεν τεθεί ολοκληρωτικά

στο φως της ημέρας».

Αλλά «λογοκρισία», περιορισμός και επιλογή της ειδησεογραφίας υπάρχει και μέσα στο ίδιο το σύστημα των ΜΜΕ, από την ιδιοκτησία, τους διευθυντές και αρχισυντάκτες των μέσων, οι οποίοι αξιολογούν και επιλέγουν ποιες και πόσες ειδήσεις θα παρουσιασθούν. Από το πλήθος των ειδήσεων που καταφθάνει στα δημοσιογραφικά επιτελεία των ΜΜΕ μόνο το 20% απ' αυτό δημοσιοποιείται. Είναι λοιπόν φανερό πως εισέρχονται διάφοροι αξιολογικοί παράγοντες, όπως της πολιτικής σκοπιμότητας, του εντυπωσιασμού, του ανταγωνισμού στην επιλογή των ειδήσεων που θα προβληθούν. Τα ηλεκτρονικά μέσα έχουν κάνει το δίκτυο πληροφοριών δισυπόστατο: και κλειστό και ανοιχτό.

Σ' ότι δε αφορά την κινδυνολογία περί ενδεχόμενης κατασταλτικού τύπου λογοκρισίας του κράτους, αυτή δεν ευσταθεί, όχι μόνο γιατί κανείς στις χώρες της Δύσης δεν έθεσε τέτοιο θέμα, αλλά γιατί η φύση της σημερινής ειδησεογραφίας, με την ταχύτητα ροής, την πληθώρα των μέσων και τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας καθιστούν πρακτικά απαγορευτικά τον αυθαίρετο έλεγχο.

Με τη βοήθεια της θεωρίας συστημάτων μπορεί ν' αποδειχτεί ότι μια επικοινωνιακή συνάρτηση, ένα δίκτυο πληροφοριών, εφόσον ξεπερνά ένα ορισμένο κριτικό μέγεθος, δεν είναι δυνατό να ελέγχεται πια απ' ένα κεντρικό σημείο.

Η πρόταση του αυτοελέγχου και του αυτοπεριορισμού των ΜΜΕ είναι ουτοπική, γιατί ουσιαστικά παραβλέπει αφ' ενός την πραγματικότητα του ανταγωνισμού και αφ' ετέρου την αντιδεοντολογική λειτουργία του να είναι κανείς ταυτόχρονα κριτής και κρινόμενος,δηλαδή ελεγκτής και παραβάτης.

Είναι όμως αυτονόητο πως κανείς δεν μπορεί να είναι έξω και πάνω από τον κοινωνικό έλεγχο και τους συντεταγμένους θεσμούς της πολιτείας.

Άρα θα πρέπει να συμφωνήσουμε πως θα πρέπει εκ των προτέρων να υπάρχουν σαφή πλαίσια δεοντολογίας και παράλληλα κάποιοι ευέλικτοι κοινωνικού τύπου ελεγκτικοί μηχανισμοί, οι οποίοι να παρεμβαίνουν, όταν υπάρχει πρόβλημα.

Σ' ότι αφορά τις εκπομπές «τηλεσκουπιδιών», και το επιχείρημα το οποίο προβάλλεται ότι ο θεατής έχει τη δύναμη να κατευθύνει τις επιλογές του και ν' αλλάξει κανάλι σύμφωνα με τις επιθυμίες του είναι σαθρό και επικίνδυνο.

Είναι σαθρό γιατί εάν υπάρχει εκπομπή μηνύματος, ο δέκτης - τηλεθεατής είτε από διάθεση αξιολόγησης του περιεχομένου, είτε από περιέργεια, είτε κατά λάθος θα παρακολουθήσει τμήμα ή και όλη την εκπομπή.

Αν η ελευθερία επιλογής του τηλεθεατή εξασφαλίζεται με το «κλείσιμο του κουμπιού», τότε ας στρέφουμε τα κεφάλαια ή να κλείνουμε τα μάτια απέναντι στις διαφημιστικές πινακίδες, αλλά και τα καθημερινά προβλήματα.

Ο έλεγχος της ποιότητας του μηνύματος πρέπει να γίνεται από την πηγή εκπομπής και όχι από το δέκτη.Είναι θέμα ευθύνης του παραγωγού του μηνύματος και όχι ανευθυνότητας.

Και είναι επικίνδυνο γατί εισάγει τη λογική της ατομικιστικής στάσης. Δηλαδή καθ' ένας τηλεθεατής έχει ατομικά την ευθύνη ν' αμύνεται σ' ότι μπορεί να θεωρηθεί κακό, ενώ η κοινωνία παρουσιάζεται ως ανεύθυνη χωρίς συλλογικά αντανακλαστικά.

Κατ' επέκταση ως στάση ζωής οδηγεί στον εγωιστικό ατομικισμό και στην αποξένωση.

Η τεχνική διαφοροποίηση πομπός - δέκτης αντικατοπτρίζει τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα σε παραγωγούς και καταναλωτές που στη βιομηχανία της συνείδησης φτάνει σε ιδιαίτερη πολιτική όξυνση. Στηρίζεται σε τελική ανάλυση στη βασική αντίφαση ανάμεσα σε εξουσιάζουσες και εξουσιαζόμενες τάξεις. (H.M. Enzensberger).

 

 

Η έκπτωση των κριτηρίων

 

Είναι λοιπόν φανερό πως τα καθημερινά ραδιοτηλεοπτικά γεγονότα καταδείχνουν την ανωριμότητα του συστήματος, καθώς και την απουσία σοβαρής, εμπεριστατωμένης άποψης για το τι είδους δεοντολογικούς κανόνες εφαρμόζουμε στις περιπτώσεις των «τηλεσκουπιδιών».

Στο τρίπτυχο λειτουργίας των ΜΜΕ ενημέρωση - ψυχαγωγία - επιμόρφωση φάνηκε καθαρά πως το πρόβλημα εντοπίζεται σήμερα στην προώθηση προτύπων και αξιών που υποβαθμίζουν και προσβάλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αισθητική. Στο εύλογο ερώτημα δε του γιατί δεν παράγονται καλύτερης ποιότητας τηλεοπτικές εκπομπές, η απάντηση είναι απλή.

Τα πολλά τηλεοπτικά κανάλια δεν μπορούν να καλύψουν τόσες πολλές ώρες καθημερινής εκπομπής με ποιοτικές παραγωγές και χαμηλό κόστος. Δεν υπάρχουν ποιοτικές ιδέες, αλλά και υψηλής ποιότητας ανθρώπινοι συντελεστές. Επιπλέον αυτό που «πουλάει» είναι το εντυπωσιακό και το παραβατικό.

 Σε ακραίες τηλεοπτικές περιπτώσεις η κοινωνία αντιδρά και αυτό το γεγονός είναι υγιές, αλλά δεν είναι αρκετό και διαρκές για ν' αλλάξει η φύση του μέσου, ούτε του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αναπτύσσεται.

Αυτή είναι η φιλοσοφία της φιλελεύθερης κοινωνίας, αυτή είναι η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς.

 

«Διανύουμε περίοδο γενικής παρακμής. Πρόκειται, πρώτα απ΄όλα ,για παρακμή των κριτηρίων. Γιατί ,τι είναι αυτή η πορνογραφία που επικρατεί σχεδόν παντού; Η πορνογραφία στην πολιτική, στην πνευματική ζωή. Δείτε πόσοι απατεώνες κυκλοφορούν και προβάλλονται συνεχώς. Άσχετοι άνθρωποι που παριστάνουν τους πολιτικούς, τους καλλιτέχνες και τους φιλοσόφους.Τι άλλο σημαίνουν όλα αυτά εάν όχι την κατάρρευση των κριτηρίων; Η δημιουργία σε οποιονδήποτε τομέα συνεπάγεται ταυτοχρόνως τόσο τη διατύπωση, όσο και την κοινωνική ισχύ κριτηρίων ουσίας.» υποστήριζε ο Κορνήλιος Καστοριάδης στη ραδιοφωνική εκπομπή «Replignes»(1991)

Σήμερα είναι ιδιαίτερα ισχυρή η άποψη που διατύπωσε ο MacLuhan, όταν αναφερόταν «πως το μέσο επικοινωνίας είναι το μήνυμα», δηλαδή πως ανεξάρτητα του περιεχόμενου αυτού που μεταδίδεται από το κάθε μέσο επικοινωνίας (π.χ. τηλεόραση), προκαλεί κοινωνικές και ψυχολογικές αλλαγές στο ακροατήριο και επιδρά στη συνείδηση και στο τρόπο σκέψης.

Σ' αυτή λοιπόν την «αγοραία κοινωνία» που ζούμε θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αξιολογούμε και ν' αντιδρούμε στις παράπλευρες «ζημιές - επιπτώσεις» που το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο δημιουργεί στη συνείδηση των πολιτών.

Παράλληλα θα πρέπει να μην έχουμε τη ψευδαίσθηση ότι μπορούν ν' αλλάξουν τα χαρακτηριστικά των ΜΜΕ στο βαθμό που το κοινωνικό - οικονομικό περιβάλλον παραμένει το ίδιο.